IANNIS M. SIGALAS

VAGGELIS FRIGKIS

Λαϊκή στιχουργική

 

1

Εδώ που ‘ναι το τέλος της Ανατολής

Εδώ που είναι η αρχή της Δύσης

Εδώ που σμίξανε Φράγκοι και Βυζαντινοί

Εδώ και ο Χριστός και ο Δερβίσης

 

Εδώ είναι Ελλάδα κι είναι αλλιώς

Μες της Ευρώπης το χειμώνα

Εδώ ο ήλιος μας είναι παλιός

Κι είναι μεγάλη η σκιά του Παρθενώνα

 

Εδώ κάτω απ’ τον ήλιο κρύβονται θεοί

Εδώ κι ο έρωτας θεός κι αλήτης

Εδώ που σμίγει Δύση και Ανατολή

Εδώ ο ήλιος είναι ισοβίτης

 

Εδώ είναι Ελλάδα κι είναι αλλιώς

Τι κι αν αλλάξαμε αιώνα

κι αν σε κουράζει το γαλάζιο και το φως

Είναι μεγάλη η σκιά του Παρθενώνα

 

Εδώ πού χει φιλότιμο ο καιρός

Εδώ που αν θέλεις λες και «δεν βαριέσαι»

Εδώ που ο φίλος είναι κι αδελφός

Εδώ που δίχως λόγο ξεπουλιέσαι 

http://www.youtube.com/watch?v=L5slFp_VXe8

 

2

Καλά τα φέραμε ως εδώ, τώρα πιο πέρα

πες μου πως πάμε δίχως οδηγό,

σαν το καράβι που χει πέσει σε μια ξέρα

και σαν σανίδα δίχως ναυαγό.

 

Κόβω τα όνειρα στη μέση σαν τσιγάρο

κι έχω μια ανάπηρη ελπίδα συντροφιά.

Ξέρω πως λίγο θέλω ακόμη να σαλτάρω

κι ας γίνουν όλα στο λεπτό γυαλιά καρφιά.

 

Όμως με φρόνιμους και με νοικοκυραίους

σου το χω πει πως δεν αλλάζει η ζωή.

Θέλει φευγάτους και τρελούς και πειραγμένους

κοπάνα στ' όνειρο και ανυπακοή.

 

Το παρελθόν μου δεν χαρίζω σε κανέναν

και σε κανένανε δεν δίνω τα κλειδιά.

Θα μένω πάντα στη οδό εικοσιένα

και θα ελπίζω πάντα στα παιδιά.

 

3

Κάπου στην Πλατεία Εξαρχείων

βρέθηκα τυχαία με το Γιάννη

κι, όπως στο βιβλίο των Αθλίων,

έφερνε λιγάκι του Αγιάννη.

 

Όλες οι φυλές απ’ την Αθήνα

μαζεμένες γύρω στην πλατεία.

Πάθη φορτωμένες από κείνα,

που τα βράδια σπάζουν φαρμακεία.

 

Κι όμως μες τα μάτια του την είδα

μια καρδιά γεμάτη απ’ αγάπη.

Ούτε στο μυαλό καμιά ρυτίδα,

ούτε στ’ όνειρό του αυταπάτη.

 

Γιάννη Αγιάννη φίλε Γιάννη

είσαι ζόρικο χαρμάνι.

Άγγελος μαζί κι αλάνι.

Γιάννη Αγιάννη φίλε Γιάννη

λάσπη απάνω σου δεν πιάνει

κι ας υπάρχουνε ρουφιάνοι.

 

4

Εκεί που μίλαγε η σιωπή με το σκοτάδι μέρα,

ακροβατούσες μια ζωή για να τα βγάλεις πέρα.

Απ τ’ άστρα ένα γνώριζες τον πολικό αστέρα.

 

Τα χρώματα έχουν μυρωδιά κι μοναξιά παρέα.

Μεταλλωρύχος στην στοά σε δίκασαν μοιραία,

να βλέπεις την ανατολή καμιά φορά λαθραία.

 

Τσαλακωμένη μου γενιά

στην γκρίζα σου οθόνη

σε πρώτο πλάνο η παγωνιά

κι ούτε ένα χελιδόνι.

Κι είναι μονάχα τα παιδιά,

που δεν φοβούνται τα αύριο,

γιατί ναι μάνα η σκουριά

απ' το αρχαίο Λαύριο.

 

Ένα τσιγάρο έρχεται και φεύγει στο σκοτάδι,

σαν προβολέας που κρατούν οι φύλακες του Άδη

και, σαν φεγγάρι πού πεσε μες στο βαθύ πηγάδι,

 

σου κλήρωσε στα νιάτα σου το άτυχο λαχείο,

τριάντα χρόνια κράτηση σ’ αυτό το πειθαρχείο,

τα όνειρα σου έκρυψες βαθιά στο ορυχείο. 

 

5

Σε βρήκα στην Βουκουρεστίου,

στην άκρη του περιθωρίου.

Καθρέφτης ήσουνα σπασμένος

κι από τους φίλους ξεχασμένος.

 

Έκανες πως δεν με γνωρίζεις,

το βήμα σου άνοιξες να φύγεις.

Όλη η ζωή μας σ' ένα βλέμμα,

βουβή ταινία δίχως θέμα.

 

Εσύ του Πανεπιστημίου

Κι εγώ της Πανεπιστημίου.

Σαν φλας περνούν απ το μυαλό μου

δυο χρόνια από τ' Όνειρο μου.

 

Σ' ένα παγκάκι είχα γράψει

κανένας δεν θα σε διαγράψει.

Απ' την καρδιά μου ότι κι αν γίνει

κι αναλαμβάνω την ευθύνη.

 

Μοιάζει η ζωή μας με εταίρα,

που αλλάζει άνδρες κάθε μέρα,

κι εμείς περαστικοί που πάνε

παντού και στο μηδέν γυρνάνε.

 

6

Στην γειτονιά μου είχα ένα φίλο τον Αντώνη,

που όλοι λέγανε πως ήτανε τρελός.

Είχε ένα σκύλο με ταμπέλα δεν δαγκώνει

και το προφίλ του ήταν μάλλον χαμηλό.


Λένε παλιά τζόβενο είχε ναυαγήσει

και από τότε έχει ένα φόβο στο νερό.

Κάποιοι άλλοι πάλι λένε είχε αγαπήσει

στο Πόρτο Αλέγκρε μια γυναίκα ξωτικό.

 

Γύριζε πάντα με παλτό το καλοκαίρι

και όλο γελούσε θα λεγα ειρωνικά.

Στον ουρανό τα βράδια έψαχνε εν αστέρι

κι όλα τ' ανάποδα έβλεπε κανονικά.


Όταν ο ξύπνιος της παρέας τον ρωτάει,

να τον πειράξει δίχως λόγο μια βραδιά,

ο Αντώνης μ΄ ενα μάτι τον κοιτάει

και τ' απαντάει τίνος είναι τα παιδιά.

 

Αφού οι γλάροι κολυμπάνε στον αέρα,

φτερά θα βάλω να πετάξω στο νερό.

Κι ένα πρωί τον είδα να κρατάει μια ομπρέλα

και να σαλτάρει απ΄ το μπαλκόνι στο κενό.

 

7

Αφού τα βράδια δεν κοιτάμε το ίδιο αστέρι,

αφού το χέρι σου αγγίζει άλλο χέρι,

αφού τα όνειρά μου πια δεν κουμαντάρω,

θα κάνω κάτι που πολύ θα το γουστάρω.

 

Θα τη χωθώ σε κάποιο μπαρ,

θα πιω ουίσκι μέχρι να μεθύσω,

με κάποια που σου μοιάζει να τη βρω,

έτσι για να ξαναγαπήσω.

 

Αφού το ξέρω και στα μάτια σου το είδα,

πως δεν υπάρχει πια για μας καμιά ελπίδα,

αφού στα όνειρά σου πια δε συμμετέχω,

θα κάνω κάτι γιατί άλλο δεν αντέχω.

 

Θα τη χωθώ σε κάποιο μπαρ,

θα πιω ουίσκι μέχρι να μεθύσω,

με κάποια που σου μοιάζει να τη βρω,

έτσι για να ξαναγαπήσω.

http://www.youtube.com/watch?v=MG8cBdQIsjQ

 

8

Δεν γουστάρω να βγαίνω με φίλους

στα μπαράκια να πίνουμε ψύλλους.

Δεν γουστάρω τους γκέι που φωνάζουν,

αλλά ούτε κι αυτούς που τους κράζουν.

Δεν γουστάρω αυτούς που πουλάνε

πρέζα σ' άρρωστους να κονομάνε.

Δεν γουστάρω αυτόνε που κλέβει

και μου λέει πως θα πιάσει τον κλέφτη.

Δεν γουστάρω τον ηθικολόγο,

που χει πάντα στο στόμα ένα λόγο.

Με τη βια να επιβάλλει την τάξη,

το κακό με τη μια να πατάξει.

Δεν γουστάρω τον τραπεζίτη,

που κοιτάει να μου πάρει το σπίτι.

Δεν γουστάρω αρχηγούς και ηγέτες,

που γυρνούν με γεμάτες τις τσέπες.

Και που τάχα με συμπονάνε

νηστικός που τα βράδια κοιμάμαι.

 

 

Δεν γουστάρω σου λέω δεν γουστάρω

και ανάποδες βλέπω θα πάρω.

Αφού μ' έχουνε όλοι απ έξω,

ήρθ' η ώρα κι εγώ να τα παίξω.

Την ζωή μου στα χέρια να πάρω

επί τέλους κι εγώ να γουστάρω.

 

9

Ε, ναι ρε φίλε εγώ είμαι αυτός,

που λέω ψέματα σαν τις αλήθειες

κι ενώ γελάω σε ξεγελώ,

όπως τους ναυαγούς οι σκυλοπνίχτες.

 

Κάνω τ' ασήμαντα σημαντικά

και τα μικρά κάνω μεγάλα,

κλοτσάω όμως καμιά φορά

και την καρδάρα με το γάλα.

 

Πονάω, φθείρομαι κι αδιαφορώ,

πατάω και παραπατάω.

Στέκω, μπερδεύομαι και αντιδρώ,

μισώ, παιδεύομαι και αγαπάω.

 

Παίρνω και δίνομαι και σαν νερό

κυλά η ζωή μου πάνω στο χώμα.

Ξέρω είναι δύσκολο, μα προσπαθώ

να μείνω Άνθρωπος για λίγο ακόμα.

 

10

Πάλι κι απόψε θα τη βγάλω μοναχός

με κάτι ρέστους θα τα πιω σε κάποια μπάρα.

Εσύ με κάποιον άλλον είσαι δυστυχώς

κι εγώ φτηνό αλκοόλ και άφιλτρα τσιγάρα.

 

Έχει πανσέληνο απόψε το φεγγάρι

κι εσύ για ξένη αγκαλιά έχεις σαλπάρει.

Εγώ στη νύχτα ξεχασμένη αποσκευή

σε λάθος στάση και σε λάθος διαδρομή.

 

Πάλι κι απόψε θα τη βγάλω ως το πρωί,

με μια μποτίλια συντροφιά και κάποια ξένη.

Κι εσύ με μια τροχιά σχεδόν φανταστική

μες το ποτήρι που τα πίνω πας και μπαίνεις.

 

Έχει πανσέληνο απόψε το φεγγάρι

κι εσύ για ξένη αγκαλιά έχεις σαλπάρει.

Εγώ στη νύχτα ξεχασμένη αποσκευή

σε λάθος στάση και σε λάθος διαδρομή.

 

11

Απόψε μέτρησα για σένανε τα αστέρια

κι είδα πως έλειπε έν από τον ουρανό,

που το κρατούσα τρυφερά στα δυο μου χέρια

κι απ όλα τα άστρα ήταν το πιο φωτεινό.

 

Αγαπημένη μου την νύχτα όταν βγαίνεις,

τα αστέρια χάνονται και λάμπεις μόνο εσύ.

Μες τον δικό μου ουρανό σαν ανεβαίνεις,

αστέρι σε τροχιά φανταστική.

 

Απόψε μίλησα για σένα στο φεγγάρι

κι αμέσως έγινε πολύ πιο φωτεινό.

Κάτι απ' τη λάμψη τη δική σου είχε πάρει

και σαν διαμάντι κρέμονταν στον ουρανό.

 

Αγαπημένη μου την νύχτα όταν βγαίνεις,

τα αστέρια χάνονται και λάμπεις μόνο εσύ.

Μες τον δικό μου ουρανό σαν ανεβαίνεις,

αστέρι σε τροχιά φανταστική. 

 

12

Εσύ που σε μια νύχτα δεν χωράς

και την ζωή μου έχεις σημαδέψει,

απόψε πάω όπου εσύ με πας,

για σένα έχω ξανακινδυνέψει.

 

Κι αν στην πορεία κάπου στραβώσει,

κάτι δεν πάει και δεν μας βγει,

για σένα που όλα τα έχω δώσει,

μπορώ ν' αρχίσω απ' την αρχή.

 

Εσύ που στην αγάπη δεν χρωστάς

κι εγώ που απ' την αγάπη όλο ζητάω,

απόψε θέλω εσύ να μου ζητάς

και να σου δώσω όσα στου χρωστάω.

 

Κι αν στην πορεία κάπου στραβώσει,

κάτι δεν πάει και δεν μας βγει,

για σένα που όλα τα έχω δώσει,

μπορώ ν' αρχίσω απ' την αρχή.

 

13

Μαύρα πουλιά ειν' οι φίλοι μου έλεγε η Κατερίνα,

που τα σκοτώνουν οι καλοί όταν τα βρουν στο σύρμα.

Απόψε πήρα αναστολή απ' το παλιό παγκάκι,

μ' ένα κατάμαυρο πουλί τα πίνω σε μπαράκι.

 

Ρίξε ουίσκι στο γυαλί     να πιω για να μεθύσω

Κι ίσως πριν έρθει το πρωί     μπορεί να σ αγαπήσω

 

Μοιάζει θεά απ' τον Όλυμπο μοιάζει οφθαλμαπάτη,

όμως μέσα στα μάτια της δεν έχει αυταπάτη.

Δεν έχει χρώμα η μοναξιά και το δικό μου μαύρο

κερνάει άλλο ένα ποτό και γω κερνάω τσιγάρο.

 

Ρίξε ουίσκι στο γυαλί     να πιω για να μεθύσω

Κι ίσως πριν έρθει το πρωί     μπορεί να σ αγαπήσω

 

Απόψε η νύχτα ακροβατεί σε σύρμα τεντωμένο

κι εγώ τραγούδι σε γιορτή βαρύ και λυπημένο.

Μόνο των άστρων η σκιά κρυφά με σιγοντάρει

Μ' ένα ολόγιομο βαθύ και κόκκινο φεγγάρι.

 

Ρίξε ουίσκι στο γυαλί     να πιω για να μεθύσω

Κι ίσως πριν έρθει το πρωί     μπορεί να σ αγαπήσω 

 

14

Ξέμπαρκοι ναύτες κάπου στην ακτή Μιαούλη

μετρούν τα φράγκα και τα βρίσκουνε λειψά.

Άλλες φορές απ' τις αρχές του Ιούλη

μπορεί και να ταν στα Κανάρια νησιά.

 

Τώρα τη βγάζουν με ρακί και καμιά μπύρα

Και βλαστημάνε τον κακό τους τον καιρό.

Τώρα που μείνανε στον ήλιο δίχως μοίρα

και κατουράνε το θαλασσινό νερό.

 

Λένε για πόρτα μακρινά στης γης την άκρη

Και για γυναίκες π' αγαπήσανε πολύ.

Πίσω απ τα μάτια τους κυλάει κρυφά το δάκρυ,

λες κι έχουν πάρει απ' τη ζωή αναστολή.

 

Είναι η θάλασσα γυναίκα κι ερωμένη

από αυτές που μόνο μια φορά αγαπάς.

Ακόμα κι όταν σαν γυναίκα σε πικραίνει,

την αγκαλιά της όπου να 'σαι αναζητάς.

 

Ξέμπαρκα μείναμε καράβια στο λιμάνι,

με δίχως ναύτες και τα αμπάρια ανοιχτά.

Κι είναι στη γέφυρα μονάχα ο Βατσιμάνης

κι ο καραβόσκυλος την νύχτα που αλυχτά.

 

15

Μου βάζει λόγια η ρουφιάνα η καρδιά,

σαν σε σκηνή μουγκός υποβολέας.

Πως ήταν ψεύτικα τα ατέλειωτα φιλιά, 

μα με θαμπώνει των ματιών σου ο προβολέας.

 

Το ρόλο παίζω με σαράντα πυρετό

και με τα λόγια μου γελάει η γαλαρία.

Όσο μ' αγάπησες δεν ήταν αρκετό.

Κι αν ήταν, θα το δείξει η Ιστορία.

 

Βαλ' τα κραγιόνια σου και παίξε μου ξανά,

πες την ατάκα σου και κάνε με να λιώνω.

Σαν ζεν πρεμιέ στα σινεμά τα θερινά,

μ' ένα φιλί σου την παράσταση τελειώνω.

 

Πέφτουν οι μάσκες και τα πρόσωπα χλωμά.

Αυτό το έργο πήρε τέλος πριν αρχίσει.

Τώρα ο θίασος αόρατος περνά,

παρθένα πόρνη που δεν έχει αμαρτήσει.

 

 

Next Post

Previous Post

Leave a Reply

© 2018 CREATIVE ATTEMPTS

Theme by Anders Norén