IANNIS M. SIGALAS

GARDENING POEMS

1

ΕΤΣΙ ΑΡΧΙΣΕ Η ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Ο τόπος ήταν ξερικός

φρυγμένος στο αλάτι

και στο φως.

Είχε ανθρώπους που έσκαβαν τις φωλιές τους με τα νύχια

και ύστερα έβγαιναν στον ήλιο

με τις φανέλες και τα σώβρακα.

Τις νύχτες σέρνονταν από τα βουνά

βυτία

που φόρτωναν υπόγειες δεξαμενές

με το πανάκριβο

νερό.

Στην πετρωμένη εκείνη γη διάλεξε να ριζώσει

σπρώχνοντας με υπομονή τα βράχια και τα βότσαλα της θάλασσας

ο κήπος ενός Καλού Ανθρώπου

που τώρα κατοικεί στις μνήμες

και στο γέμισμα του φεγγαριού.

Ο κήπος ήταν ξερικός, αλλά

τις νύχτες σέρνονταν από τα βουνά

αγκάθια

πουρνάρια, φιστικιές, ελιές και σκίνα

κι έψαχναν για φωλιά.

Ο Καλός Άνθρωπος τα τάιζε με μια μπουκιά νερό

και άνθιζαν.

(Είχε και μια ανήμπορη λεμονιά, χλωμή, που δεν τολμούσε να μιλήσει –

ήμουν κι εγώ περαστικός)

Στον κήπο αυτόν ζούσαν και τρεις – τέσσερις άγριες περικοκλάδες, που κρέμονταν σε μια κληματαριά χτισμένη από γέρικα δοκάρια. Ο Καλός Άνθρωπος παραφύλαγε κάθε μεσημέρι να διώξει το αλάτι που απλωνόταν κρυμμένο στη δροσιά της θάλασσας, να μη του φάει τα δοκάρια και πέσουν οι περικοκλάδες και σπάσουν τα χέρια και τα πόδια τους.

Γιατί το άλλο φυτό, το χωρίς φύλλα και τσαμπιά, που κρεμόταν φοβισμένο στην άκρη τους κληματαριάς, δεν το χάιδευαν. Κι αυτό, αν και πεινούσε πολύ, όλη μέρα κρυβόταν κι έτρεμε μη το δει κανείς και το κλωτσήσει.

Αλλά τις νύχτες έλαμπε…

Λευκά πουλιά φύτρωναν στα μπράτσα του,

άνοιγαν τα μάτια τους στον ουρανό

και ο Θεός έστελνε τα ασημένια αστέρια του

να ονειρευτούνε στο σκοτάδι

Αγκαλιά

(Έλεγαν και σε μας μια καλησπέρα)

Όμως, μόλις ξημέρωνε, τα πουλιά καβάλαγαν στην πλάτη του Θεού και ανέβαιναν ψηλά και πέθαιναν.

Και τότε σκέφτηκα: «Να αγοράσω υλικά να χτίσω μια μηχανή να φυλακίσω τα λευκά πουλιά που ξεφυτρώνουν κάθε νύχτα από το Φυτό που δεν έχει φύλλα και τσαμπιά να μη τα κλέβει ο Θεός και χάνονται»

Έτσι άρχισε η ιστορία και άρχισα να χτίζω τη μηχανή. Σταγόνα – σταγόνα μου πήρε χρόνια να τελειώσω και, όταν συναρμολόγησα όλα της τα κουμπιά και τα γρανάζια, επέστρεψα στον κήπο του Καλού Ανθρώπου να συναντήσω το Φυτό να του κλέψω τα άνθη. Αλλά ο Καλός Άνθρωπος είχε φύγει ταξίδι στο φεγγάρι και το Φυτό μαράζωσε και πέθανε από τη λύπη του.

Δεν έμαθα ποτέ το όνομά του…

Όμως περπάτησα στον κήπο και ξετρύπωσα κάτω από τις πέτρες κάτι μικρά μπαλάκια που μόλις με είδαν ήρθαν αμέσως στην αγκαλιά μου και με πόνεσαν. Τόσο δυστυχισμένα ήταν. Και τα πήρα μαζί μου να με συντροφεύουν στα ταξίδια μου. Και να χαϊδεύω τα παιδιά τους που ξυπνούσαν κάθε βράδυ.

Όταν γνωριστήκαμε πιάναμε συχνά κουβέντα τους νύχτες και έτσι μου είπαν το όνομά τους: Echinopsis oxygona.

Μου γνώρισαν και τους φίλους τους…

symbol

2

ΚΑΚΤΟΣ

 

Γεννήθηκες στο Φως που πληγώνει το βλέμμα

και στην φρυγμένη Γη.

Καλύφθηκες με δέρμα τραχύ, που τραυματίζει

ανύποπτα δάκτυλα και οπλές.

Και κρύφτηκες σωπαίνοντας.

Σταγόνα – σταγόνα έπλασες

με την σοφία του Ρυθμού

τις ίνες και τα αγκάθια σου.

Ασκήθηκες στην Υπομονή

κι έχτισες από την Φτώχεια Αντοχή.

Και την κατάλληλη στιγμή

καθρέφτισες τον Ήλιο…

symbol

3

ΤΟ ΑΓΚΑΘΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

Στεφάνωσα τον Ταπεινό. Ζωοφόρος στέψη!

Συντρόφεψα την μέγιστή του οδύνη.

Το αίμα του μετάλαβα. Και έλαβα

Ευλογία. Το άχαρο κορμί μου

να μη περνά ξημέρωμα χωρίς να

μπουμπουκιάσει. Και τα άνθη μου

σταγόνες αίμα…

symbol

4

ΦΡΑΓΚΟΣΥΚΟΣ

 

Σοφό βυζί σε πότισε

την πέτρα και το φως

κι έγινες πλάστης της Ορμής

Ω, βάρβαρε!

symbol

5

ECHINOPSIS

 

Στη λάμψη της Σελήνης δοξάζεσαι

εφήμερα

Ποιος σε χάρηκε;

Next Post

Previous Post

Leave a Reply

© 2018 CREATIVE ATTEMPTS

Theme by Anders Norén